Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

''Πάσχα στον Γιαλό΄΄ Διήγημα του Δημήτρη Μανίνη

Από το Audiobook «Ημερολόγια Αιγαίου»
Κυκλοφορία Δεκέμβριος 2015
 
Ο πίνακας στο εξώφύλλο είναι του Δημήτρη Μανίνη. Η γραφιστική επεξεργασία του Βασίλη Χατζηιωάννου

(1955)
Καθώς ο ήλιος έγερνε προς τον ορίζοντα του πελάγου, μια βάρκα φάνηκε στον κάβο του όρμου βάζοντας πορεία για τον Γιαλό.

 Κι όταν κοντοζύγωσε, οι θαμώνες της ταβέρνας, διέκριναν στην πλώρη την ακίνητη γυναίκα που στερέωνε το στεντόρειο κορμί της στο ταμπούκιο με το δεξί πόδι.

Στην πρύμνη, ένας μισόγυμνος γεροδεμένος άντρας, όρθιος κι αυτός, ενώ στα κουπιά που ανάδευαν το κόκκινο ρευστό της θάλασσας στέλνοντας ολόγυρα πορτοκαλιές λάμψεις, αγκομαχούσε ένας καμπούρης νάνος.

Με το που η καρίνα του σκάφους σύρθηκε στην αμμουδιά, οι θαμώνες πετάχτηκαν όρθιοι, η γυναίκα με μια δρασκελιά βρέθηκε στη στεριά, ο άντρας σήκωσε τα χέρια ψηλά μ ένα ουρλιαχτό, ενώ ο νάνος τράβηξε τα κουπιά απ τη θάλασσα.

Στην ταβέρνα, σύρριζα στην αμμουδιά, οι θαμώνες που έπιναν το τσίπουρο δαγκώνοντας εναλλάξ μια ελιά κι ύστερα ένα κρεμμύδι για μεζέ –για τυρί ή χταπόδι ούτε λόγος, Μεγάλη Εβδομάδα βλέπεις- , έκπληκτοι, σώπαιναν. 
Η γυναίκα πήρε να πλησιάζει με αργά, σταθερά βήματα, ενώ, κάθε τόσο σταματούσε για να φέρει μια βόλτα επί τόπου, που ανέμιζε τον χιτώνα, αποκαλύπτοντας την γύμνια της.
 Κι όπως τα βλέμματα παγιδεύτηκαν στους θρύλους της σάρκας που οι αιώνες καλά κατέχουν και με φροντίδα ενσταλάζουν σε κάθε γενιά, δεν πρόσεξαν ότι ο μισόγυμνος άντρας την ακολουθούσε συσφίγγοντας τα μπράτσα του για να επιδείξει τα ποντίκια του, μήτε τις χοντρές καδένες που έζωναν τον λαιμό του, ενώ ο νάνος πίσω του, αγκομαχώντας και στραβοπατώντας, έσερνε μια μακρόστενη κασέλα με ροδάκια.
Όσοι άντρες βγαίνοντας από την νάρκη θυμήθηκαν πως ήταν Μεγάλη Πέμπτη κι ότι από ώρα σε ώρα θα σταυρωνόταν ο Θεάνθρωπος, τράβηξαν τα βλέμματά τους απ την εύχυμη σάρκα της γυναίκας, αλλά αμέσως μετά, σαν υπνωτισμένοι, μαζί με τους υπόλοιπους, στήθηκαν σε κύκλο γύρω απ τους παράξενους ξένους.
 Τότε, ο μισόγυμνος άντρας, βροντώντας τις καδένες με τινάγματα της κεφαλής του, μουγκρητά βγάζοντας, έναν έναν τους πλησίασε απωθώντας τους, για ν ανοίξει ο κύκλος. Μόνον στη μεριά της θάλασσας άφησε ένα κενό, κι όταν έμεινε ευχαριστημένος από την τακτοποίηση, έδειξε κατά τον ήλιο που συνέχιζε την πορφυρή του πορεία. 
Παρευθύς, ο καμπούρης τέντωσε το βραχύ του σώμα, και πήρε να διαλαλεί με τσιριχτή φωνή τα προσόντα και τις περιπέτειες του ζευγαριού.
Κι έτσι, οι ντόπιοι, λαχανιασμένοι πια από τους πόθους, που η γυναίκα δεν σταμάτησε να συνδαυλίζει ανασηκώνοντας σε κάθε φράση του καμπούρη τον χιτώνα που έκλεινε μόνον με μια χρυσή πόρπη στον λαιμό, άκουσαν για τα απίστευτα κατορθώματα του άντρα στην Αμερική, όπου εκατό κροκόδειλους είχε σκίσει στα δυό σε μια μέρα, αδράχνοντάς τους απ τα σαγόνια, για τους ελέφαντες που γονάτισε στην Αφρική με γυμνά χέρια, ενώ συνάμα πάλευε με δέκα αραπάδες, απ αυτούς που τη νύχτα μπορείς να διακρίνεις μόνον από τα δόντια τους εφ όσον χαμογελάσουν, και τέλος, για τις δάφνες που κέρδισε στην Κορέα. 

Εκεί, στην φονικότερη μάχη, όταν τελειώσανε οι σφαίρες του, με τον υποκόπανο σκότωσε ίσαμε πεντακόσιους κιτρινιάρηδες, εαμοβούλγαρους κομουνιστές, και προς απόδειξη, τράβηξε απ την κασέλα ένα ολόχρυσο παράσημο με το οποίο οι Αμερικάνοι είχαν τιμήσει τον ήρωα.

Κι όπως μετά ο νάνος πήρε στο στόμα του την γυναίκα, αποσβολωμένοι οι θεατές, άκουσαν, ότι στην Αφρική την είχε βρει ο άντρας, να ζει με τους γορίλες στα αδιαπέραστα δάση, και πως χρειάστηκε να παλέψει με εκατό απ τα θηρία για να την αποσπάσει απ την αγέλη τους, αφού, βασίλισσα την είχανε, σε θρόνο ανεβασμένη στο πιο ψηλό δέντρο, που τον κορμό του έζωναν βόες, πάμπα και κροταλίες όσο εκείνοι έλειπαν για να την προστατεύουν, ενώ, την έθρεφαν με μέλι και με νέκταρ

. Κι άμα απόσωσε ιδρωμένος απ την προσπάθεια, οι ντόπιοι αντιλήφθηκαν ότι δίπλα τους είχαν στηθεί οι γυναίκες τους, που έκρυβαν από ντροπή το πρόσωπό τους γι αυτά τα ανίερα που έβλεπαν και άκουγαν χρονιάρα μέρα, ενώ, τα κουτσούβελά τους, άλλα στην αγκαλιά κι άλλα σερνάμενα στην άμμο, βαστηγμένα απ τα φουστάνια των μανάδων τους, έγλυφαν την μύξα που είχε πια κατέβει ως το σαγόνι.
Ο άντρας, αφού έφερε μια γύρα κροταλίζοντας τις αλυσίδες απειλητικά κάτω απ τα σαγόνια των ντόπιων, ζήτησε από δυό γεροδεμένους νέους να τον δέσουν σφιχτά, διπλά και τρίδιπλα, κι ύστερα, ακούστηκε η φωνή του καμπούρη που απαίτησε να γίνει ησυχία. 

Για ώρα, ο μόνος ήχος, ήταν το βογκητό της ανάσας του άντρα, που φουσκώνοντας τους μύωνές του, προσπαθούσε να σπάσει τα δεσμά, ενώ, η γυναίκα, ανέμιζε ανάλαφρα τον χιτώνα της πίσω του, στον ρυθμό της αναπνοής του, ώσπου ακούστηκε μία κλαγγή κι ύστερα δεύτερη και τρίτη, από τους κρίκους της αλυσίδας που έσπαζαν, και τέλος, η θριαμβευτική κραυγή του άντρα που τέντωσε ψηλά τα χέρια, ενώ τα κομμάτια της αλυσίδας κείτονταν πια στα πόδια του.
Μήτε να ανασάνουν βαθιά για να χαλαρώσουν δεν βρήκαν κουράγιο οι ντόπιοι και μόνον όταν η γυναίκα με χειρονομίες και ενθαρρυντικά χαμόγελα πήρε να τους προτρέπει, άρχισαν να χειροκροτούν δειλά, αλλά, την ίδια στιγμή, ακούστηκε η πρώτη καμπάνα που καλούσε στην ακολουθία των Αχράντων Παθών.
Άντρες και γυναίκες άκουσαν το κάλεσμα, μα σαν ναρκωμένοι παρέμεναν στη θέση τους παρατηρώντας τον νάνο που άνοιξε διάπλατα την κασέλα και τον άντρα που έσκυψε πάνω της και τράβηξε μια μικρή λουμπάρδα. Λιγότερο από εκατό οκάδες δεν θα ζύγιζε, μα αυτός, με μια κίνηση την έφερε στην αγκαλιά του, στήριξε το πίσω μέρος στο στομάχι του και έστρεψε την μπούκα της στην θάλασσα, κατά πάνω στον ήλιο.

 Ο νάνος, πήρε να αδειάζει μπαρούτι στο στόμιο της λουμπάρδας, η γυναίκα, με αργές επαναλαμβανόμενες κινήσεις των χεριών της, χάιδευε το φονικό όπλο από μπροστά ως πίσω χαμογελώντας με υπονοούμενα, για να ταιριάξει τέλος το φυτίλι στην υποδοχή της λουμπάρδας, στο πίσω μέρος. Ο νάνος, έβγαλε απ την κασέλα μια τεράστια κάτασπρη κροκάλα που πάνω της είχε στεριωμένο ένα καμάκι,την γλίστρησε στην κοιλιά του όπλου κι ύστερα απαίτησε και πάλι ησυχία –από συνήθεια μάλλον, διότι το μόνο που ακουγότανε ήταν ο ήχος της καμπάνας που συνέχιζε να καλεί. Μετά, άναψε ένα σπίρτο και έβανε φωτιά στο φυτίλι.

Η έκρηξη τράνταξε την ακτή, έσπασε τα τζάμια της ταβέρνας, σήκωσε ψηλά τους γλάρους και τα κωλοβούτια που καράβιζαν ήρεμα στην θάλασσα, και βούβανε την καμπάνα. Κάποιοι χριστιανοί σταυροκοπήθηκαν ψελλίζοντας «σώσον Κύριε» , καθώς είδαν την τεράστια κροκάλα με το καμάκι στερεωμένο πάνω της να γράφει μια μεγαλοπρεπή καμπύλη στον ουρανό, κι ύστερα να καρφώνεται στον δίσκο του ήλιου. Αλήθεια ή παραίσθηση, ότι κι αν ήτανε, όλοι πια σταυροκοπιούνταν κοντολαχανιάζοντας, ώσπου οι κραυγές και οι κατάρες του παπά και του διακόνου, που αφού ματαίως περίμεναν τους πιστούς στην εκκλησία, είχαν πάρει σβάρνα τον γιαλό για να λύσουν το μυστήριο, τους συνέφεραν.
 Κι όπως ζύγωσε ο παπάς, άρπαξε έναν κάβο από μια βάρκα και άρχισε να χτυπάει με λύσσα το πλήθος χωρίς να σταματήσει τις κατάρες για τον διάολο που είχε τρυπώσει μέσα τους, για την κόλαση που τους περίμενε και για τον αφορισμό που θα διάβαζε για όσους δεν θα έσπευδαν αμέσως στον ναό.
Λίγο μετά, το πλήθος είχε διαλυθεί, τα ψαροπούλια είχαν ξαναγυρίσει στην θάλασσα, η καμπάνα πήρε πάλι να χτυπάει πένθιμα και οι τρεις ξένοι καθισμένοι στην λουμπάρδα έκρυβαν τα κεφάλια τους ανάμεσα στις παλάμες τους. 
Διότι, ο νάνος είχε απομείνει με τον τσίγκινο δίσκο στο χέρι, καθώς ετοιμαζόταν να ζητήσει τον οβολό των θεατών τη στιγμή που έφτασε ο παπάς, ενώ, ο ταβερνιάρης παραπέρα, τραβούσε τα μαλλιά του για τα σπασμένα τζάμια, μουρμουρίζοντας απειλές κατά των ξένων. 

Κι όταν σε λίγο πλησίασε την λουμπάρδα για ν απαιτήσει αποζημίωση, άκουσε απ τον νάνο, πως όχι λεφτά για να πληρώσουν την ζημιά δεν είχανε, μα μήτε και για να φάνε, χώρια που ήδη τρεις μέρες δεν βάνανε μήτε ψωμί στο στόμα τους.

Έπιανε ο πόνος τ αλλουνού τον ταβερνιάρη κι έτσι, άχνα δεν έβγανε για τα τζάμια, παρά κι όλας, ακουμπώντας την παλάμη στον ώμο του άντρα, τους κάλεσε μέσα στην ταβέρνα να τους φιλέψει. Αργότερα, βρέθηκαν βέβαια κι εκείνοι που μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν είχαν να πουν, ότι δεν ήταν από συμπόνια η πρόσκληση, αλλά άλλο έκρυβε. 

Κι ότι αυτό, ήταν το τράνταγμα στα σπλάχνα που ένιωσε ο ταβερνιάρης ευθύς ως αντίκρισε την γυναίκα με τον μανδύα να πατάει στη στεριά. Κόσμος, τι να πεις ; Λες και οι υπόλοιποι δεν είχαν τρελαθεί το ίδιο, λες και το βράδυ δεν αγκάλιαζαν εκείνη, σφίγγοντας τις γυναίκες τους στο στήθος τους. Μα την αλήθεια, ασφαλώς, μόνον ο Κύριος γνώριζε, κι ας τον σέρνανε με βουρδουλιές στον Γολγοθά την ώρα που ο ταβερνιάρης ενθάρρυνε τους ξένους,
«φάτε, φάτε, δεν θα σας αφήσουμε νηστικούς, τι διάλο, και το βράδυ, έχω να σας βολέψω, γιατί θα την αρπάξετε έτσι γυμνοί που είστε αν πέσετε για ύπνο στην άμμο, Απρίλης μήνας, δε ζέστανε ακόμα» .
Ώρες πολλές είχαν περάσει από τότε που ακούστηκε στον ναό το
«.. σήμερον κρεμάται επί ξύλου.. » ,
και το νησί, καλυμμένο από της νύχτας την σιωπή αφουγκραζόταν το σύρσιμο των ασβών στα ρουμάνια που θήρευαν τρωκτικά, και τους κρωγμούς των μπούφων που κάθε τόσο ξέσχιζαν τις σάρκες κάποιου αγριοκούνελου, ώσπου ο πρώτος κόκορας λάλησε και ο ιερέας βγήκε από το ιερό για να ξεκινήσει η Ακολουθία των Ωρών της Μεγάλης Παρασκευής. Κι αφού ακούστηκε ο Ε΄ Ψαλμός, της Πρώτης Ώρας,
« ….τά ρήματά μου ενώτισαι, Κύριε, σύνες τής κραυγής μου …… εμίσησας πάντας τούς εργαζομένους τήν ανομίαν, …. άνδρα αιμάτων καί δόλιον βδελύσσεται Κύριος … » ,
εμφανίστηκε κι ο διάκος τρίβοντας τα μάτια του για να συνέλθει από τον ύπνο και πήρε θέση δίπλα στον ψάλτη για το ισοκράτημα.
Κι εκεί που μόλις είχαν καταφέρει να συντονισθούν, παπάς, ψάλτης και διάκονος κι ο θόλος του ναού πήρε ν αντιγυρίζει το τρέμολο των μελωδιών, κι ίσα που είχαν πιάσει τον Ψαλμό Β΄
«… καί νύν, βασιλείς, σύνετε, παιδεύθητε πάντες οι κρίνοντες τήν γήν. Δουλεύσατε τώ Κυρίω εν φόβω, καί αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω… » ,
σείσθηκε το θεμελίωμα του ναού από κρότο εκκωφαντικό και άγριο, που καθώς ταίριαξε με το αντηχείο του κτηρίου, δυνάμωσε, τραντάζοντας τον πολυέλαιο και τα καντήλια, ξεκαρφώνοντας τέλος τον σταυρό με τον Θεάνθρωπο, που έγειρε προς τα εμπρός, πάνω από την Μεγάλη Πύλη, απειλώντας την κεφαλή του παπά.

Κι αφού συνήλθαν από την έκπληξη, ακούστηκε ο παπάς να βρίζει με ότι κατάρες γνώριζε, διότι κι άλλη χρονιά βρέθηκε ένας ντόπιος τύφλα στο μεθύσι, ν ανασταίνει από το ξημέρωμα της Μεγάλης Παρασκευής με δυναμίτες, που τούς έριχνε από το καταρράχι πίσω από τον ναό στη θάλασσα. 

Μα γρήγορα κατάλαβαν ότι δυναμίτες δεν ήτανε, αλλά κάτι άλλο που σίγουρα είχαν ξανακούσει. «Η λουμπάρδα !» , φώναξε ο διάκονος, και όρμηξε στην έξοδο, για να τον ακολουθήσουν λαχανιάζοντας και οι άλλοι.
Όταν καμιά φορά έφτασαν στην ταβέρνα, χρειάστηκε ν ανοίξουν δρόμο ανάμεσα στους ντόπιους που βουβοί έστεκαν απέναντι σ αυτό που δεν πίστευαν ότι έβλεπαν, ενώ, οι περισσότεροι σταυροκοπιόνταν ασταμάτητα, μπροστά στους δυο σταυρωμένους εραστές.

Η γυναίκα, με την πλάτη στον πίσω τοίχο της ταβέρνας, ολόγυμνη, με τα πόδια μισάνοιχτα, τα χέρια τεντωμένα οριζόντια, όπως τα είχε ακινητήσει ο ταβερνιάρης με τα δικά του χέρια γαντζώνοντάς τα πάνω στο βάτεμα, κολλημένος πάνω της, και τα χείλια τους ενωμένα στο τελευταίο φιλί. 

Στην πλάτη του, μια θεόρατη τρύπα, λίγο μεγαλύτερη απ την κροκάλα που έπαιρνε η λουμπάρδα, και που είχε διαπεράσει και της γυναίκας το κορμί ανοίγοντας ακόμα και στον τοίχο βαθούλωμα, κρατούσε τους νεκρούς ενωμένους, ολόρθους.

Τότε, φάνηκε η σύζυγος του ταβερνιάρη βαστώντας ένα βαρύ σφυρί. Απ την ποδιά της τράβηξε δυό τεράστιες ποντίλες, κι αμίλητη, κάρφωσε από μία σε κάθε πίσω μέρος των συσφιγμένων παλαμών του ταβερνιάρη, διαπερνώντας και τις παλάμες της γυναίκας. Ύστερα, αφού έδωσε άλλες δυο σφυριές με όλη της την δύναμη για να σιγουρέψει το έργο της, φώναξε προς το πλήθος
«τώρα, δεν έχουν φόβο να ξεκολλήσουν ! »

Αμέσως μετά, παπάς πρώτος, κι ύστερα ο ψάλτης, ο διάκονος, και μαζί τους το πλήθος, ξεκίνησαν με μια φωνή τον ΡΛΘ' Ψαλμό,
«εξελού με, Κύριε, εξ ανθρώπου πονηρού, από ανδρός αδίκου ρύσαί με. Οί τινες ελογίσαντο αδικίαν εν καρδία…. » ,
για να συνεχίσουν με τον Ψαλμό 90,
«….ο Θεός μου, καί ελπιώ επ' αυτόν, ότι αυτός ρύσεταί σε εκ παγίδος θηρευτών, καί από λόγου ταραχώδους. Εν τοίς μεταφρένοις αυτού επισκιάσει σοι, καί υπό τάς πτέρυγας αυτού ελπιείς, όπλω κυκλώσει σε η αλήθεια αυτού…. » ,
κι ώσπου να τον αποσώσουν, ανύπαντρες γυναίκες με λευκές φορεσιές, είχαν αρχίσει να καταφθάνουν, φέρνοντας άνθη απ τις αυλές τους για να στολίσουν τον διπλό σάρκινο σταυρό.
Μετά την Κυριακή του Θωμά, ψαράδες από διπλανά νησιά, μαρτυρούσαν ότι τις νύχτες, με το φως των αστεριών, είχαν πετύχει στη ρότα τους μια βάρκα να πλέει κατά το πουθενά, μ έναν νάνο καμπούρη στα κουπιά, κι έναν νεκρό άντρα ξαπλωμένο στο ταμπούκιο. 

Στο γυμνό του στήθος, ξεχώριζαν στο μέρος της καρδιάς λαβή μαχαιριού, που ο νεκρός κράδαινε με το δεξί του, μα καθόλου από την λάμα, καθώς, ήταν ολόκληρη στη σάρκα βυθισμένη. Και την κουβέντα τους συνόδευαν με διπλό σταυροκόπημα, αφού, κανένας δεν μπορούσε να πει αν Θεού έργο ήταν, ή Δαίμονα που τούς είχε αποπλανήσει.

Δημήτρης Μανίνης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου